Έρευνα ειδικών δίνει απαντήσεις στο ερώτημα εάν οι αιφνίδιοι θάνατοι από καρδιά την ώρα του σεξ είναι κάτι που αφορά μόνο τους ηλικιωμένους.

Μία νέα μελέτη που έγινε από ερευνητές στο St. George Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, αναφέρει πως οι αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη σεξουαλική επαφή μπορεί να μην είναι ένα φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά τους ηλικιωμένους άνδρες.

Η μελέτη, που ερεύνησε 6.847 περιστατικά αιφνίδιων θανάτων από καρδιά, βρήκε ότι 17 από αυτούς τους θανάτους (ποσοστό 0,2%), συνέβησαν είτε κατά τη διάρκεια του σεξ είτε μετά από μία ώρα από τη συνεύρεση.

Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο «The Conversation» από τον Ντέηβιντ Γκέηζ, λέκτορα στην χημική παθολογία του Πανεπιστημίου του Γουεστμίνστερ, ο μέσος όρος των θανόντων ήταν 38 ετών, με το 35% των περιπτώσεων να αφορά σε γυναίκες.

Στο μεταξύ, μία προηγούμενη ιατροδικαστική μελέτη στην Γερμανία, που αξιολόγησε περίπου 32 χιλιάδες περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων σε μία χρονική περίοδο 33 ετών, έδειξε ότι το 0,2% αυτών, καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας, με την πλειοψηφία των θανόντων να είναι άνδρες ηλικίας 59 ετών κατά μέσο όρο και την πιο συχνή αιτία θανάτου το έμφραγμα, όπως επισημαίνει ο Γκέηζ που προσθέτει ότι μελέτες αιφνίδιων θανάτων από καρδιά και σεξουαλική δραστηριότητα, που έγιναν σε ΗΠΑ, Γαλλία και Νότια Κορέα, έδειξαν παρόμοια συμπεράσματα.

Οι δύο διαδεδομένες αιτίες

Οι θάνατοι για τους οποίους γίνεται αναφορά στη νέα έρευνα, δεν είχαν τυπικά προκληθεί από καρδιακά επεισόδια «όπως διαπιστώνεται σε ηλικιωμένους», με τις δύο πιο διαδεδομένες αιτίες να είναι το σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου (53%) και η αορτική ανατομή (12%).

Η έρευνα δείχνει ότι ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος σε άτομα κάτω των 50 ετών, προκαλείται κατά κύριο λόγο από το σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου ή καρδιομυοπάθειες και πως νεότεροι ενήλικες που πάσχουν από αυτές τις παθήσεις, θα πρέπει να καταφεύγουν σε ιατρικές συμβουλές για τον «κίνδυνο που σχετίζεται με τη σεξουαλική δραστηριότητα», όπως γράφει ο Γκέηζ.