Πάτα εδώ για να δεις δυνατές βίζιτες στην Αθήνα που δεν έχουν όμως onlyfans

Η Μαριάννα Αναγνωστοπούλου έπεσε σαν σκέψη για αυτή τη στήλη -που ίσως μαζί με την ίδια μας την περιέργεια για τη σεξουαλική ζωή μπήκε σε μια παύση τους τελευταίους μήνες, αλλά ευτυχώς συνήλθαμε- με αφορμή την παρουσία της στο Only Fans. Με τη συζήτηση και με λίγο ψάξιμο ενδέχεται να είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ζωές που μου έχουν περιγραφεί τα τελευταία χρόνια. Βλέπεις, δεν συζητάς κάθε μέρα με άτομα που έχουν νικήσει διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία, που ζουν με οριακή διαταραχή προσωπκότητας, που έπεσαν στην ελληνική παγίδα της «σέξι γκόμενας που κάνει γυμνά» και βγήκαν από αυτή με τους δικούς τους όρους. Επίσης, δεν βρίσκεις κάθε μέρα γυναίκες που σου λένε με ατόφιο ρεαλισμό και ωμότητα πως το Only Fans μπορεί να είναι money maker για μια γυναίκα σαν την ίδια, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια σκληρή και τοξική πλατφόρμα. Σου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσεις άνθρωπο στον οποίο νιώθεις πως δεν έχεις κάτι να προσφέρεις, αφού ο ίδιος έχει σκεφτεί την κάθε πτυχή μιας κατάστασης και μπαίνει σε αυτή με πλήρη συνειδητότητα των ομαλών σημείων και των παγίδων; Μια τέτοια περίπτωση είναι η Μαριάννα.

Χωρίς κανένα ταμπού για το γυμνό, άρχισε να κάνει φωτογραφίσεις, συνειδητοποιώντας γρήγορα πως σε αυτόν τον κόσμο οι ταμπέλες κολλάνε πιο γρήγορα από όσο υπολόγιζε. «Οι μόνες προτάσεις που είχα ήταν για σέξι φωτογραφήσεις και επειδή όντως δεν είχα κανένα ταμπού με το γυμνό σώμα έλεγα ΟΚ. Δυστυχώς δεν ήμουν αρκετά προσεκτική σε κάποιες επιλογές, μικρή ήμουν ακόμη και δεν είχα διαχωρίσει την τέχνη από το trash, όποτε έκανα αρκετές λάθος επιλογές», ομολογεί. Με τα χρόνια η αναπαραγωγή των φωτογραφιών της από sites, blogs, social media της δημιούργησαν ένα αρκετά μεγάλο αντρικό κοινό που την έβλεπε απλώς ως ένα «σέξι κορίτσι με μεγάλο στήθος και γλουτούς που το μόνο που θέλει είναι να προκαλεί το αντρικό βλέμμα». Η αλήθεια είναι πως υπήρξε μια περίοδος που το πολέμησε όλο αυτό, ζητώντας από τα μέσα να σβήσουν τις φωτογραφίες της, σταματώντας για λίγο τις nude φωτογραφίσεις. Μετά μπήκε η εκδικητικότητα στο παιχνίδι, με πρώην συντρόφους, αλλά και επίδοξους συνεργάτες στους οποίους είχε πουλήσει υλικό της να απειλεί να την «ξεφτιλίσει». Όλα αυτά σε μια περίοδο που η ίδια ζούσε στον πλανήτη «αφραγκία», με ένα κάρο παρενέργειες από αυτή την υπερέκθεση: αυτοκαταστροφικές τάσεις, ενοχές, μηνύσεις, αστυνομίες, δικηγόρους, μηνύματα που την προσέβαλαν ηθικά και επείγουσα ανάγκη για ψυχανάλυση. Κάπως έτσι το Only Fans ήρθε σαν ένας τρόπος βιοπορισμού. Πρακτικά και ρεαλιστικά.

Στο σύμπαν του Only Fans

«Το να ανοίξω Only Fans ήταν μια πολύ δύσκολη απόφαση. Έκλαιγα για μέρες γιατί πρώτον, ήξερα ότι αποχαιρετάω μια και καλή την ιδέα του να βρω κάποια στιγμή σύντροφο που δε θα με βλέπει σαν κρέας. Απ’την άλλη, είπα στον εαυτό μου ότι κοντεύω τα 34 και αφού δε τον έχω βρει ήδη από το να περιμένω τον πρίγκηπα πρέπει να σταθώ τουλάχιστον στα ποδιά μου οικονομικά. Δεύτερον, φοβόμουν μήπως χάσω ανθρώπους που αγαπάω και τρίτον, ήξερα πως η κοινωνία γενικά θα αρχίσει να με αντιμετωπίζει διαφορετικά», μου λέει. Χαρακτηρίζει το Only Fans -εκτός από λύση ανάγκης- έναν σκληρό κόσμο. Και εξηγεί: «Η φθορά είναι κυρίως ψυχολογική. Για εμένα το σκληρό είναι ότι καλείσαι να πουλήσεις πολύ προσωπικό κομμάτι του εαυτού σου, ακόμη κι αν είναι στα ψέματα, κάτι που εγώ δε μπορώ να το κάνω. Και θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Με το γυμνό δεν έχω θέμα. Ας με δουν όλοι γυμνή. Μ ‘αρέσει πολύ να βγάζω σέξι φωτογραφίες και είμαι και καλή σ ‘αυτό. Αν θέλουν να πιστεύουν ότι το κάνω για να τους ερεθίσω, ας το πιστεύουν, αλλά η αλήθεια είναι ότι πιο πολύ τη βρίσκω με τη δημιουργική διαδικασία και με τη πάρτη μου. Αυτό που δε μπορώ να κάνω είναι να απευθυνθώ στο κάθε subscriber ως Μαριάννα, να τον φλερτάρω, να τον ανάψω, να τον κάνω να πιστέψει ότι έχουμε κάτι ιδιαίτερο, ώστε να τον κάνω να θέλει να αγοράσει την εικόνα. Αρχικά αυτό για εμένα είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό που θέλω να μοιραστώ με αυτόν που μου το βγάζει και δεύτερον μου είναι αδύνατον να πω ψέματα. Γενικά δε λέω εύκολα ψέματα, πόσο μάλλον σε κάτι τόσο εγκεφαλικό και σημαντικό για εμένα».

 

«Πόσες φορές τελειώνεις τη μέρα;»

Κάθε συνάφι έχει τα μυστικά του και η Μαριάννα αποκάλυψε μερικά από τα «δύσκολα». Με αυτοσαρκασμό για το κακό μάρκετινγκ που κάνει στον εαυτό της, ανέφερε πως «αυτός που κάνει subscribe νομίζει ότι η κοπέλα που έχει το account είναι όλη την ώρα καυλωμένη με το δονητή ανά χείρας. Θυμάμαι ένας μια φορά με ρώτησε «πόσες φορές τελειώνεις την ημέρα;». Καλά, φαντάζομαι θα υπάρχουν κοπέλες που το κάνουν επειδή το γουστάρουν πραγματικά, αλλά πολλές το κάνουν από ανάγκη. Κάτι άλλο που πολλοί ίσως δε ξέρουν είναι ότι μπορεί να μη μιλάνε καν με την κοπέλα που βλέπουν στη φωτογραφία, αλλά με κάποιον μαντράχαλο. Έχουν ξεφυτρώσει πολλά agencies τα οποία είναι σκέτη εκμετάλλευση και των subscribers και εμάς, των content creators. Είχα συνεργαστεί με agency για ένα μήνα, ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έκανα. Υποτίθεται πως το Only Fans έδωσε την ανεξαρτησία στις σεξεργάτριες να μην έχουν στο κεφάλι τους εταιρίες παραγωγής πορνό και νταβατζήδες να τις εκμεταλλεύονται και να τους παίρνουν ποσοστά και τους έδωσε τη δυνατότητα και την ασφάλεια να δουλεύουν απ’το σπίτι τους. Και έρχονται τα agencies ως άλλοι online νταβατζήδες να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Ζητάνε από τις κοπέλες ποσοστό 50-80% με τη δικαιολογία ότι ‘εσύ θα βγάζεις φωτογραφίες απλώς και εγώ θα τα κάνω όλα’. Ισχύει ότι το Only Fans εκτός από το content θέλει πολύ δουλειά, chat, promo σε πολλές άλλες πλατφόρμες, marketing strategies, γνώσεις social media κλπ. Το content όμως πέραν του ότι θέλει πολλή δουλειά, η έκθεση αυτή είναι όλη η ζωή σου και σίγουρα δεν αξίζει μόνο 20-30%».

Παραδέχεται παρόλα αυτά πως πρόκειται για μια κερδοφόρα δουλειά, παρά την προώθηση και τον έξτρα χρόνο που χρειάζεται από την εκάστοτε σεξεργάτρια. Αυτό που δεν γνωρίζει, ωστόσο, είναι για πόσο καιρό ακόμα θα είναι κερδοφόρα. «Ο κόσμος στράφηκε στο Only Fans την περίοδο της καραντίνας. Τώρα, όμως, βγήκαμε από τα σπίτια μας. Η σεξεργασία είναι και πάντα θα είναι κερδοφόρα, αλλά σε αυτή της τη μορφή δεν ξέρω για πόσο ακόμα», τονίζει.