Υπηρετεί σε κανονιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού. Μόνιμος υπαξιωματικός από τη μία, από την άλλη «Αντρέι» από τη Ρωσία, μεγάλο κεφάλι στον υπόκοσμο της «ροζ» Αθήνας που κάνει κουμάντο σε στούντιο του κέντρου και στρατολογεί νεαρές γυναίκες από τη Μολδαβία και την «πατρίδα» του για να προσφέρουν ερωτικές υπηρεσίες σε άνδρες.

Τους τελευταίους μήνες ο «Αντρέι» μαζί με τον «Μίσα» και έναν ακόμη ελληνοποιημένο Καζακστανό είχαν μπει στο στόχαστρο της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων, καθώς είχαν μετατραπεί σε μεγάλους παίκτες της πληρωμένης ηδονής στην Αθήνα, ανοίγοντας, μετά το τριώροφο στούντιο της οδού Μαραθώνος, άλλους δύο οίκους στις οδούς Βέργας και Φυλής.

Όλα παράνομα, αφού είχαν σφραγιστεί αρκετές φορές από τον Δήμο Αθηναίων, στα οποία δούλευαν αδήλωτοι υπάλληλοι ως υπηρετικό προσωπικό και ταλαιπωρημένες γυναίκες από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, έρχονταν στην Ελλάδα να εργαστούν ως baby sitters και κατέληγαν στα βρώμικα κρεβάτια των κόκκινων φαναριών της πρωτεύουσας.

Το «βαθύ λαρύγγι» που ήρθε σε επαφή με την Αστυνομία έδωσε λεπτομέρειες στους αξιωματικούς του Οργανωμένου Εγκλήματος και για μήνες το τρίο μπήκε στο μικροσκόπιο. Κάθε κίνησή τους, κάθε επαφή, κάθε διαδρομή παρακολουθούνταν και οι διώκτες τους είχαν ακτινογραφήσει την καθημερινότητά τους. Ο ίδιος ο κελευστής, λίγο μετά τη σύλληψή του, αρνήθηκε τα πάντα στους αστυνομικούς. Υποστήριξε ότι δεν έχει καμία σχέση με το κύκλωμα και ότι τους οίκους ανοχής τούς επισκεπτόταν ως πελάτης. Ομως, όλα θα ξεκαθαρίσουν τη Δευτέρα που αναμένεται να δικαστεί αντιμετωπίζοντας βαρύτατες κατηγορίες για εγκληματική οργάνωση, μαστροπεία, παραβίαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.

Οι κάμερες

Η ιστορία του 37χρονου «Αντρέι», όπως ήταν το προσωνύμιό του, μοιάζει κινηματογραφική. Γεννήθηκε το 1984 στην παγωμένη Ρωσία, ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του και κατάφερε μετά από αγώνες να μπει στο Πολεμικό Ναυτικό, αφού πλέον είχε πάρει την ελληνική υπηκοότητα. Η ζωή του έμοιαζε φυσιολογική. Ζούσε στα νότια προάστια, πήγαινε κανονικά στην υπηρεσία του, όμως κάποιες ημέρες της εβδομάδας ανέπτυσσε άλλες, κρυφές δραστηριότητες οι οποίες είχαν να κάνουν με τη σκοτεινή πλευρά της Αθήνας.

Σύμφωνα με το διαβιβαστικό, ο «Αντρέι», ο «Μίσα» και ο ελληνοποιημένος Καζακστανός «εκμεταλλεύονται από κοινού οίκους ανοχής που βρίσκονται στην περιοχή του κέντρου της Αθήνας, επί των οδών Μαραθώνος (τέσσερις οίκοι ανοχής με τρεις εξωτερικές εισόδους), Βέργας και Φυλής, προάγοντας κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία πλήθος γυναικών στην πορνεία».

Στη δικογραφία που αποκαλύπτει το «ΘΕΜΑ», οι δύο από τους τρεις, δηλαδή ο μόνιμος του Πολεμικού Ναυτικού και ο ελληνοποιημένος Καζακστανός, δεν είχαν ποινικό παρελθόν, όμως ο Μίσα είχε φάκελο στην Ασφάλεια για εμπόριο ανθρώπων. Ο ένστολος από τις παρακολουθήσεις της Αστυνομίας φέρεται να χρησιμοποιούσε το δικό του αυτοκίνητο για να μεταφέρει τις αλλοδαπές γυναίκες στα στούντιο που διέθετε η οργάνωση, ενώ παρελάμβανε τα χρήματα που του αναλογούσαν από τα «ροζ» ραντεβού. Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι γυναίκες που δούλευαν στα συγκεκριμένα στούντιο πραγματοποιούσαν δεκάδες ραντεβού καθημερινά έναντι του ποσού των 20 ευρώ.

Από τα χρήματα αυτά, 10 ευρώ πήγαιναν στην κάθε εκδιδόμενη, 3 ευρώ στο υπηρετικό προσωπικό και τα υπόλοιπα στα μεγάλα αφεντικά. Χρήμα μαύρο που έρρεε άφθονο… Μάλιστα, όσες φορές ο Δήμος Αθηναίων σφράγιζε τους οίκους ανοχής, καθώς δεν είχαν κανένα έγγραφο για τη νόμιμη λειτουργία τους, η οργάνωση έσπαγε τη σφράγιση και λειτουργούσε κανονικά. Μάλιστα μία από τις υποχρεώσεις του «Αντρέι» ήταν να παρακολουθεί μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών όσα γίνονταν στα στούντιο προκειμένου να έχει άμεση εικόνα της κατάστασης. Ο καταγραφέας και το κινητό τηλέφωνο του κελευστή έχουν κατασχεθεί και έχουν σταλεί στα εγκληματολογικά εργαστήρια για περαιτέρω έρευνα.

Οι καταθέσεις

Οι τρεις συλληφθέντες αρνήθηκαν να πουν οτιδήποτε στους αστυνομικούς. Ο κελευστής του Πολεμικού Ναυτικού υποστήριξε πως είναι αθώος και ό,τι έχει να πει θα το πει στο δικαστήριο που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα.

Μια νεαρή κοπέλα που πριν από δύο μήνες στρατολογήθηκε από το κύκλωμα και άρχισε να εργάζεται στο στούντιο της Φυλής έσπασε τη σιωπή της και αποκάλυψε στους αστυνομικούς πώς λειτουργούσε το δίκτυο με τις αλλοδαπές γυναίκες και τους οίκους ανοχής. «Κατάγομαι από μια κωμόπολη της Μολδαβίας. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Επειδή στη χώρα μου έχω οικονομικά προβλήματα, είμαι μητέρα δύο παιδιών, είχα ανάγκη τα χρήματα. Μέσω μιας φίλης μου, λοιπόν, η οποία μένει και εργάζεται στην Ελλάδα, αποφάσισα να έρθω κι εγώ προκειμένου να εργαστώ ως νταντά. Ετσι τον περασμένο Οκτώβριο ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Στην αρχή ζούσα σε μια οικογένεια ομοεθνών μου και κρατούσα το παιδί τους. Μέσω αυτής της οικογένειας γνώρισα την Αναστασία, για την οποία ήξερα ότι δούλευε ως υπηρετικό προσωπικό οίκου ανοχής», αναφέρει στην κατάθεσή της και στη συνέχεια περιγράφει πώς ξεκίνησε να δουλεύει στα στούντιο της οδού Φυλής και πώς γνώρισε τον αρχικελευστή, τον οποίο χαρακτηρίζει «αφεντικό του “κόκκινου σπιτιού” του κέντρου της Αθήνας».

Τα ραντεβού

«Η Αναστασία μού εξήγησε λίγα πράγματα για τη δουλειά της εκδιδόμενης στην Ελλάδα και σκέφτηκα ότι είναι καλή λύση για να βγάλω γρήγορα τα λεφτά που είχα ανάγκη για τα παιδιά μου. Ηρθα σε επαφή με το αφεντικό του οίκου ανοχής της οδού Φυλής, τον “Αντρέι”, ο οποίος μου εξήγησε ότι η δουλειά αυτή είναι νόμιμη, ότι ο οίκος ανοχής έχει κανονικά χαρτιά καθώς και τόσο το κόστος των ραντεβού όσο και το πώς θα μοιραζόμουν τα χρήματα. Πιο συγκεκριμένα, το κάθε ραντεβού κόστιζε 20 ευρώ, από τα οποία εγώ θα έπαιρνα τα μισά, δηλαδή 10 ευρώ, ενώ στην αρχή κάθε βάρδιας θα κάνω τρία τζαζ ραντεβού για τα οποία δεν θα πληρωνόμουν καθόλου.

Όταν άκουσα γι’ αυτή τη δουλειά από τον “Αντρέι”, δέχτηκα να δουλέψω. Μετά από δύο-τρεις ημέρες που ξεκίνησα τη δουλειά ήρθε στο μαγαζί ένας άνδρας με το όνομα Μίσα, ο οποίος μού είπε και αυτός ότι είναι αφεντικό του οίκου ανοχής και ήρθε να με δει γιατί είμαι καινούρια και να μιλήσουμε λίγο για να γνωριστούμε.

Συνήθως έκανα δύο βάρδιες, από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα, και τα χρήματα που αντιστοιχούσαν από κάθε ραντεβού τα έπαιρνα κανονικά. Στο τέλος της βάρδιας η υπηρεσία μού έδινε τα χρήματα αυτά και ανά δύο βάρδιες ερχόταν ο “Αντρέι” και έπαιρνε τα υπόλοιπα. Τις βάρδιες που θα δούλευε η κάθε γυναίκα τις κανόνιζε ο “Αντρέι”, ενώ όταν ήμουν αδιάθετη μου έδινε μία μέρα ρεπό. Ο “Αντρέι” μού είχε πει ότι αν δεν μου αρέσει ο συγκεκριμένος οίκος ανοχής, μπορεί να με στείλει να δουλέψω σε άλλον οίκο ανοχής μαζί με τον Μίσα, χωρίς να μου πει σε ποια οδό είναι».

Σε αυτό το σημείο οι αστυνομικοί τη ρωτούν για τον ρόλο του αρχικελευστή. Της δείχνουν τη φωτογραφία του και τη ρωτούν αν τον αναγνωρίζει. Η ίδια είναι κατηγορηματική: «Αναγνωρίζω τον άνδρα που αναφέρω στην κατάθεσή μου ως “Αντρέι”, ως αφεντικό του οίκου ανοχής της οδού Φυλής». Επίσης, στη φωτογραφία που της επέδειξαν με τον Μίσα αναγνώρισε και στο πρόσωπό του επίσης το «αφεντικό του οίκου ανοχής».